Ο καρκίνος του ήπατος αποτελεί μια κακοήθη νόσο η οποία εμφανίζεται στο ήπαρ. Είναι η τρίτη αιτία θανάτων από καρκίνο και εντοπίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό στους άνδρες. Ειδικότερα, η νόσος εμφανίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό σε άτομα άνω των 60 ετών, με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου καθώς και σε άτομα που καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα αλκοόλ.
Ο καρκίνος του ήπατος χωρίζεται στον πρωτοπαθή, ο οποίος ξεκινάει από το ήπαρ και στον δευτεροπαθή, ο οποίος καταλήγει στο ήπαρ από κάποια μετάσταση. Η μετάσταση συνήθως προέρχεται από καρκίνο στον πνεύμονα, το παχύ έντερο ή τον μαστό.
Ποια είναι τα αίτια που οδηγούν σε καρκίνο του ήπατος;
Αν και δεν μπορούμε να μιλήσουμε με απόλυτη σιγουριά για τα αίτια που οδηγούν σε καρκίνο του ήπατος, υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που ενοχοποιούνται. Ο βασικότερος παράγοντας είναι η κίρρωση του ήπατος η οποία μπορεί να προέρχεται από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ή από τους ιούς της Ηπατίτιδας Β και C.
Συγκεκριμένα, 8 στις 10 περιπτώσεις καρκίνου ήπατος εκτιμάται ότι οφείλεται στην Ηπατίτιδα, ποσοστά της οποίας έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Τέλος, εκτιμάται ότι και ορισμένες καρκινογόνες ουσίες στα τρόφιμα μπορεί να οδηγούν τελικά στην συγκεκριμένη νόσο.
Όπως και σε κάθε μορφή καρκίνου, η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη θεραπεία του. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα σημαντικό να αναγνωρίζονται τα συμπτώματα σε αρχικό στάδιο. Αν και στα πρώιμα στάδια ο καρκίνος ήπατος δεν προκαλεί συμπτώματα στον ασθενή, υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά που μπορεί να υποδηλώνουν την ύπαρξή του. Τα βασικότερα είναι:
- Ανορεξία και απώλεια βάρους.
- Δέκατα.
- Αίσθημα κόπωσης και αδυναμίας.
Όσο ο καρκίνος αυξάνεται σε μέγεθος μπορεί να οδηγήσει σε πόνους ή αίσθημα βάρους στο πάνω δεξί μέρος της κοιλίας. Επιπλέον αρκετά συχνά είναι και τα συμπτώματα φουσκώματος, εκδήλωση ίκτερου και υπέρχρωση των ούρων.
Διάγνωση και θεραπεία καρκίνου του ήπατος
Η διάγνωση για καρκίνο του ήπατος αρχικά περιλαμβάνει την λήψη του ιατρικού ιστορικού του ασθενούς προς αναζήτηση οικογενειακής προδιάθεσης. Εν συνεχεία αξιολογούνται όλοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες και τα συμπτώματα της νόσο. Αφού υπάρχουν ενδείξεις, η ολοκληρωμένη διάγνωση περιλαμβάνει αιματολογικές εξετάσεις, αξονική και μαγνητική τομογραφία, υπερηχογράφημα και βιοψία.
